Αρωματικά Φυτά

Τα αρωματικά φυτά και βότανα είχαν και έχουν μια ιδιαίτερη θέση στη ζωή μας από διαλογικής, φαρμακευτικής αλλά και καλλωπιστικής άποψης. Οι θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι γνωστές από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Ιπποκράτης ως πατέρας της Ιατρικής επιστήμης έχει αναφερθεί πάρα πολλές φορές στις θεραπευτικές ιδιότητες των αρωματικών φυτών.Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή διέξοδο για τους Έλληνες αγρότες. Η χώρα μας είναι βέβαιο ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ανταγωνιστικών χωρών, και μπορεί να παράγει σε σημαντικές ποσότητες προϊόντα αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών άριστης ποιότητας για την κάλυψη της εσωτερικής αγοράς αλλά και προπάντων για διείσδυση σε απαιτητικές αγορές του εξωτερικού.Η καλλιέργεια των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών πρέπει να γίνει με σωστό σχεδιασμό, να συνδυαστεί με την δημιουργία μικρών μεταποιητικών μονάδων σε χωριά που θα ασχολούνται με την πρωτογενή μεταποίηση και στην συνέχεια θα συνεργάζονται με μεγαλύτερες καθετοποιημένες μονάδες. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθούν πρόσθετες θέσεις εργασίας που θα συμβάλουν στη συγκράτηση του αγροτικού πληθυσμού σε αγροτικές, ορεινές, και μειονεκτικές περιοχές. Τα κυριότερα είδη φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών παρουσιάζονται αναλυτικά παρακάτω:

1. Ρίγανη

Αυτοφύεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών και κλιμάτων από παραθαλάσσιες έως ορεινές περιοχές στη νησιώτικη και την ηπειρωτική Ελλάδα σε πλούσια και φτωχά εδάφη. Γενικά είναι φυτό με πολύ πλαστικό χαρακτήρα ανάπτυξης ως προς τις εδαφοκλιματικές απαιτήσεις.

Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης της ρίγανης (ssp. hirtum) είναι 18-22 oC με όρια ανάπτυξης 4 – 33 οC, ενώ το ριζικό της σύστημα σε καλά αναπτυγμένα φυτά (φυτά ηλικίας πλέον του ενός έτους) αντέχει σε θερμοκρασίες αέρα -25 έως +42 oC.

Άριστη τιμή pH εδάφους είναι 6,8, αλλά αναπτύσσεται καλά και σε πολύ υψηλότερες τιμές pH, όπως είναι των ασβεστούχων εδαφών, αρκεί να είναι στραγγερά. Επιβιώνει και σε λίγο φως, αλλά για να δώσει καλή ποιότητα δρόγης (υψηλή περιεκτικότητα σε ριγανέλαιο και καρβακρόλη), το φως είναι απαραίτητο. Δεν είναι απαιτητικό σε θρεπτικά στοιχεία καθώς έχει μικρές απαιτήσεις σε άζωτο φώσφορο και κάλιο.

Τον πρώτο χρόνο της ανοιξιάτικης εγκατάστασης η απόδοση είναι ελάχιστη που δεν αξίζει να συγκομισθεί. Όταν πρόκειται όμως για φθινοπωρινή εγκατάσταση σε καλή χρονιά, η καλλιέργεια στο πρώτο καλοκαίρι μπορεί να δώσει μέχρι 40 κιλά τριμμένη ρίγανη. Το δεύτερο χρόνο η παραγωγή τριπλασιάζεται, ενώ από τον τρίτο χρόνο οι αποδόσεις σε χορτομάζα και τριμμένη ρίγανη φθάνουν στο ανώτερο σημείο απόδοσης της φυτείας. Οι αποδόσεις διατηρούνται σταθερές μέχρι τον 6ο χρόνο και στη συνέχεια αρχίζουν να φθίνουν. Η φυτεία ρίγανης μπορεί να έχει οικονομική ζωή έως και 10 έτη.

Μια απόδοση 300 κιλών ανά στρέμμα θεωρείται πολύ καλή χωρίς να αποκλείονται και υψηλότερες αποδόσεις οι οποίες μαζί με την απόδοση σε αιθέριο έλαιο έχουν σχέση με τον καλλιεργούμενο πληθυσμό, ποικιλία ή κλώνο, κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, καθώς και τις συνθήκες της καλλιέργειας (τυχόν άρδευση, λίπανση κλπ). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις αυτοφυείς, στις οποίες το ριγανέλαιο και τα συστατικά του επηρεάζονται από τον πληθυσμό της αυτοφυούς φυτείας (γενετικός παράγων), τις εδαφο-κλιματικές συνθήκες, το χρόνο συλλογής και το υψόμετρο.

2. Θυμάρι το κοινό

Προτιμά τα μέτρια υψόμετρα 400 – 500 μέτρα αλλά ευδοκιμεί και χαμηλότερα σε πεδινά χωράφια ελαφράς σύστασης. Το φυτό δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία ενώ αντέχει και στην έλλειψη νερού, αλλά όταν του παρέχεται, το αξιοποιεί πλήρως.

Καλλιεργείται για την ξηρή του δρόγη, που βρίσκει χρήση ανάλογη της ρίγανης, αλλά και για το αιθέριο έλαιο

Αποδίδει με μια συγκομιδή στο στάδιο της πλήρους άνθησης από το 2ο έτος και μετά περίπου 200 κιλά σε ξηρά φύλλα και άνθη. Το καλλιεργούμενο θυμάρι μπορεί να δώσει και δεύτερη συγκομιδή όταν αρδεύεται ανά δέκα ή δεκαπέντε μέρες τα χρονικά διαστήματα που επικρατούν ξηρασίες όπως συμβαίνει κυρίως το καλοκαίρι

3. Τσάι του βουνού

Με το όνομα τσάι του βουνού ή σιδερίτης στην Κρήτη το λένε μαλοτήρα, αναφέρονται διάφορα είδη του γένους Sideritis, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά, αυτοφυή στα βουνά της χώρας μας σε υψόμετρο άνω των 1000 μέτρων και μόνον περιστασιακά χαμηλότερα.

Οι κυριότερες μορφολογικές διαφορές τους συνίστανται στην απόχρωση και το σχήμα των φύλλων, ιδιαίτερα των βράκτιων, στο χνούδι των φύλλων, στο μέγεθος και το χνούδι του κάλυκα και στο μήκος των μεσογονατίων διαστημάτων των ανθοφόρων στελεχών που καθορίζει τη συνεκτικότητα της ταξιανθίας.

Πολλαπλασιάζεται με σπόρο και καλλιεργούνται σχετικά εύκολα, αλλά όσο κατεβαίνουμε υψομετρικά, τόσο τα προβλήματα μεγαλώνουν κυρίως από ζιζάνια αλλά και από εχθρούς (έντομα, αφίδες). Το τσάι του βουνού καλλιεργείται για τα ανθοφόρα στελέχη του. Καταλληλότερη εποχή συγκομιδής είναι το στάδιο της πλήρους άνθησης και όταν τα ανθοφόρα στελέχη αρχίζουν να ξυλοποιούνται.

Μετά τη συγκομιδή τα ανθοφόρα στελέχη πρέπει να ξηραίνονται υπό σκιά ή σε ξηραντήρια. Δείκτης καλής ξήρανσης είναι το δυνατό – ευχάριστο άρωμα και το πρασινοκίτρινο χρώμα. Το κίτρινο χρώμα είναι δείκτης κακής ξήρανσης. Η συνήθης απόδοση σε ξηρά ματσάκια ανθοφόρων στελεχών είναι 100-150 κιλά/στρ.

4. Χαμομήλι

Το χαμομήλι είναι χειμερινό φυτό και όχι εαρινό. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Η σπορά του γίνεται νωρίς ή περί τα μέσα του φθινοπώρου σε χωράφια καλά δουλεμένα ούτως ώστε να μη βγάζουν ζιζάνια τα οποία μειώνουν την παραγωγή και υποβιβάζουν την ποιότητα της δρόγης που δεν είναι ολόκληρο το φυτό παρά μόνον τα άνθη. Όλο το χειμώνα παραμένει ως ροζέτα κυρίως χαμηλά στο έδαφος και με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης εκπτύσσει ορθόκλαδα στελέχη που φέρουν τις κεφαλίδες. Έτσι, μπορεί και εκμεταλλεύεται κατά τον καλύτερο τρόπο την εδαφική υγρασία του χειμώνα και της άνοιξης και καθώς ωριμάζει νωρίς (αρχές έως μέσα Μαΐου) καλλιεργείται χωρίς άρδευση.

Συνήθως δε χρειάζεται λίπανση. Κάποια μικρή όμως πρόσθεση κοπριών (1 τον./στρ.) στο έδαφος αυξάνει την απόδοση και βελτιώνει την ποιότητα. Η απόδοση σε καλές καλλιέργειες είναι κατά μέσον όρο 100 κιλά

5. Μέντα

Η μέντα μπορεί να ευδοκιμήσει σε ποικιλία κλιμάτων και εδαφών. Άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης για τη μέντα είναι 17 οC και όταν αρδεύεται τακτικά αντέχει και σε υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Αποδίδει καλύτερα σε εδάφη, βαθιά, πλούσια σε οργανική ουσία που δεν είναι πολύ βαριά, στραγγερά, με τιμή pH 6,5, αλλά και σε pH 6-7,5 δεν παρουσιάζει προβλήματα. Η σχέση των τριών θρεπτικών στοιχείων Ν, P, K, 1:0,4:1.6, αντίστοιχα. Το κάλιο κάνει τη μέντα πιο ανθεκτική στις μυκητολογικές ασθένειες. Οι κοπριές και τα οργανικά εμπορικά λιπάσματα ενδείκνυνται περισσότερο από τα ανόργανα. Η μέντα είναι πολύ απαιτητική σε νερό και σε πολύ θερμό καιρό η καλλιέργεια μπορεί να χρειασθεί και τρία ποτίσματα την εβδομάδα.

H μέντα είναι στείρο υβρίδιο, γι’ αυτό δεν πολλαπλασιάζεται εγγενώς με σπόρο παρά μόνον αγενώς, με ριζώματα μοσχεύματα ή φυτάρια μικροπολλαπλασιασμού.

Η μέντα συγκομίζεται στην αρχή της ανθοφορίας (συνήθως αρχές Ιουλίου), ενώ από καλλιέργειες που είναι εγκατεστημένες σε εύφορα αρδευόμενα χωράφια, μπορεί να γίνει άλλη μία συγκομιδή το Σεπτέμβριο. Η απόδοση σε νωπή χορτομάζα φθάνει ή και ξεπερνάει τα 1000 κιλά/στρ. στην πρώτη συγκομιδή. Η δεύτερη συγκομιδή είναι ίσης ή μικρότερης απόδοσης.

Η απόδοση σε αιθέριο έλαιο από τις δύο συγκομιδές μπορεί να φθάσει τα 8 λίτρα ανά στρέμμα και εξαρτάται κυρίως από την καλλιεργούμενη ποικιλία, το έδαφος, τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες και τις καλλιεργητικές πρακτικές.

Διάφορα έντομα, αφίδες, νηματώδεις κ.ά. προσβάλλουν τη μέντα που αν εξαιρέσει κανείς τους νηματώδεις, δεν προξενούν μεγάλες ζημιές. Το μεγάλο πρόβλημα για τη μέντα είναι οι μυκητιάσεις. Οι φυτείες υποφέρουν συνήθως από βερτιτσιλλιώσεις (Verticillium sp) και σκωριάσεις (Puccinia mentha). Ένα μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης των βερτιτσιλλιώσεων και των σκωριάσεων είναι το ξερίζωμα και κάψιμο των προσβεβλημένων φυτών στις βιολoγικές καλλιέργειες, αλλά και στις συμβατικές. Ανεξάρτητα του αν εμφανίσθηκαν στη φυτεία ασθένειες ή όχι, στο ίδιο έδαφος δεν πρέπει να καλλιεργηθεί μέντα, δυόσμος και άλλα συγγενή είδη του γένους mentha για 6 χρόνια.

6. Βασιλικός

Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης του βασιλικού είναι 23-25 οC. Ανέχεται πολύ υψηλές θερμοκρασίες εφόσον η ρίζα του είναι υγιής και έχει στη διάθεσή της επαρκή εδαφική υγρασία. Σε θερμοκρασίες κάτω από 7 οC, ιδιαίτερα σε προχωρημένο στάδιο, παθαίνει “σοκ”.

Ο βασιλικός είναι πολύ απαιτητικός σε νερό. Έτσι, η καλλιέργειά του απαιτεί πολλές και συχνές αρδεύσεις. Το νερό πρέπει να φθάνει στο έδαφος χωρίς να βρέχονται τα φύλλα και τέτοιοι τρόποι άρδευσης είναι: με αυλάκια ή στάγδην άρδευση. Σε θερμό καιρό η καλλιέργεια πρέπει να ποτίζεται μέρα παρά μέρα.

Ο βασιλικός καλλιεργείται για όλο το υπέργειο μέρος του το οποίο είτε χρησιμοποιείται ως αρτυματικό φυτό, ή ως πρώτη ύλη για την εξαγωγή του αιθερίου ελαίου. Στην πρώτη περίπτωση συγκομίζεται πριν ανθίσει και στη δεύτερη σε πλήρη άνθιση. Ο βασιλικός έχει μεγάλη και γρήγορη αναβλαστική ικανότητα. Όταν συγκομίζονται ολόκληρα τα φυτά σε πλήρη άνθιση, γίνονται μέχρι 3 συγκομιδές, πριν ανθίσουν τα φυτά, μέχρι 6. Όταν συγκομίζονται μόνον οι ταξιανθίες επιτυγχάνεται περισσότερη ποσότητα αιθερίου ελαίου, απαιτούνται όμως και περισσότερα ημερομίσθια συλλογής.

Ο θερισμένος βασιλικός, που προορίζεται είτε για ξηρή δρόγη είτε για αιθέριο έλαιο, πρέπει να ξηραίνεται σε θερμοκρασία κάτω των 40 οC, αφενός για την καλύτερη διατήρηση του χρώματος της ξηρής δρόγης και αφετέρου για καλύτερη ποιότητα και απόδοση αιθερίου ελαίου. Πολλές φορές όμως για ευκολία ξήρανσης ο θερισμένος βασιλικός αφήνεται για μία μέρα στο χωράφι για να χάσει κάποια υγρασία και μετά μεταφέρεται για ξήρανση σε ειδικά ξηραντήρια.

Η απόδοση του πλατύφυλλου βασιλικού σε χλωρή μάζα ολόκληρου φυτού σε γόνιμα χωράφια μπορεί να φθάσει και τους δύο τόνους ανά συγκομιδή. Μετά την ξήρανση μένει περίπου το 20%.

7. Λεβάντα

Το κλίμα, το έδαφος, το υψόμετρο ακόμη και η έκθεση της καλλιέργειας, βορινή-νότια ή δυτική-ανατολική, παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη των φυτών και στην περιεκτικότητα και τη σύνθεση του αιθερίου ελαίου. Έτσι η ίδια ποικιλία ή και ο ίδιος χημειότυπος, είναι δυνατό να δίνουν αιθέριο έλαιο διαφορετικής σύστασης, ανάλογα με την τοποθεσία όπου καλλιεργείται.

Η λεβάντα ευδοκιμεί σε μικροκλίματα όπου επικρατούν αρκετά χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα, αλλά δε συμβαίνουν συχνοί ανοιξιάτικοι παγετοί και ούτε επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες. το καλοκαίρι. Τέτοια μικροκλίματα βρίσκονται σε υπήνεμες τοποθεσίες με υψόμετρο 600-1200 μ. με κάποια κλίση (2-10%). H L. angustifolia προτιμά υψόμετρο 600-1200 μ. και η L. hybrida υψόμετρο 400-700, ενώ ηL. latifolia αναπτύσσεται πολύ καλά σε πεδινά εδάφη και μέχρι 600 μέτρα υψόμετρο. Από όλες τις λεβάντες το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνήσια λεβάντα

Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ξηρικά χωράφια μόνο σε κλίματα όπου δέχονται δυο-τρεις καλές ανοιξιάτικες και μια-δύο καλοκαιρινές βροχές. Σε όλα τα είδη της λεβάντας το συγκομιζόμενο τμήμα του φυτού είναι τα ανθοφόρα στελέχη τα οποία χρησιμοποιούνται και για την εξαγωγή του αιθερίου ελαίου. Το κόψιμο γίνεται με δρεπάνια με κοινές χορτοκοπτικές μηχανές ή με ειδικές μηχανές συγκομιδής λεβάντας. Η συγκομιδή με όποιο τρόπο και να γίνεται πρέπει να ξεκινά αργά το πρωί αφού “σηκωθεί” η πρωινή δροσιά. Όταν η απόσταξη γίνεται σε μεγάλο υψόμετρο, επειδή γίνεται κάτω από τους 100 oC, η σύσταση στα επιθυμητά συστατικά του αιθερίου ελαίου είναι η καλύτερη.

Η καλλιέργεια φθάνει σε κανονική απόδοση στο 3ο-4ο έτος της ηλικίας της που μπορεί να διαρκέσει άλλα 6-7 ή και περισσότερα χρόνια. Η απόδοση σε ανθοφόρα στελέχη εξαρτάται κυρίως από το καλλιεργούμενο είδος λεβάντας. Ένα στρέμμα γνήσιας λεβάντας (Lanandula angustifolia) παράγει μέχρι 100 κιλά το 1ο, 200-250 κιλά το 2ο, 300-350 κιλά το 3ο, και 400 – 500 κιλά νωπών ανθοφόρων στελεχών κατά το 4ο έτος ανάλογα με τις καλλιεργητικές φροντίδες, το χωράφι, και την ποικιλία της λεβάντας. Τα υβρίδια αποδίδουν περισσότερο προϊόν, νωπό και αιθέριο έλαιο χαμηλότερης όμως ποιότητας.

8. Μελισσόχορτο

Ευδοκιμεί σε ημιορεινές και πεδινές δροσερές περιοχές, σε πλούσια εδάφη, ποτιστικά, καλώς στραγγιζόμενα. To χειμώνα, το υπέργειο τμήμα με τις πρώτες πάχνες καταστρέφεται και διαχειμάζει μόνο το πλούσιο και σχετικά αβαθές ριζικό του σύστημα. Απαιτεί pH εδάφους μεταξύ 6 και 7. Αυτή η τιμή του pH βοηθάει την πρόσληψη του φωσφόρου από το έδαφος.

Η καλλιέργεια του μελισσόχορτου έχει ανάγκη κυρίως από ικανή λίπανση αζώτου και μετά ακολουθεί ο φώσφορος και το κάλιο. Η σχέση των στοιχείων των μονάδων λίπανσης του Ν, P και Κ, είναι 2:1,5:1. Όταν το Ν είναι σε μεγαλύτερη αναλογία σε σχέση με τα άλλα θρεπτικά στοιχεία, παρουσιάζονται τροφοπενίες φωσφόρου και ιχνοστοιχείων Fe, Cu και Zn. Οι απαιτούμενες μονάδες λίπανσης Ν σε ένα μέτριο χωράφι είναι κατά μέσο όρο 15 μονάδες. Η μισή ποσότητα προστίθεται το χειμώνα, σε βασική μορφή (οργανικό Ν, ή αμμωνιακή μορφή) μαζί με το φωσφόρο και το κάλιο και η υπόλοιπη σε δύο επιφανειακές δόσεις (συνήθως νιτρική αμμωνία).

Η διαχείριση του νερού

Τα είδη αυτά ανταποκρίνονται πάρα πολύ καλά στην έλλειψη του νερού και επομένως μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε σημαντική οικονομία. Αυτό βέβαια θα προκαλέσει μείωση της συνολικής ανάπτυξής τους, αλλά ταυτόχρονα θα τα κάνει ακόμη πιο αρωματικά. Πότισμα χρειάζεται οπωσδήποτε κατά την εγκατάστασή τους, ωστόσο το έδαφος δε θα πρέπει να είναι πολύ μουσκεμένο. Όπως είναι οι συνθήκες στην Ελλάδα, το πιο πιθανό είναι να χρειαστούν 3-4 ποτίσματα το καλοκαίρι, χωρίς όμως να αποκλείεται και κάποιο πότισμα την άνοιξη αν οι συνθήκες είναι πολύ ξηρές.

Εφόσον χρησιμοποιούνται μέσα στον κήπο, θα πρέπει να ποτίζονται με ξεχωριστή γραμμή απ’ τα υπόλοιπα φυτά, εκτός βέβαια από φυτά που παρουσιάζουν παρόμοιες απαιτήσεις σε νερό. Επίσης, καλό θα είναι να μη βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δίπλα στο χλοοτάπητα για να μη βρέχονται τα φύλλα τους από τους εκτοξευτήρες νερού (pop-up). Η απαίτηση αυτή είναι ακόμη εντονότερη όσον αφορά τη λεβάντα και τη λεβαντίνη. Ειδικά σε αυτά τα είδη υπάρχει η τάση στην κηποτεχνία να χρησιμοποιούνται ως περίγραμμα στο χλοοτάπητα με αποτέλεσμα τελικά να ξεραίνονται.