Όλες οι σύγχρονες καλλιεργούμενες ποικιλίες καρυδιάς ανήκουν σε είδος Junglans regia. Τα είδη J. nigra και J.hindsii (μαύρες καρυδιές), αυτοφυή των Η.Π.Α., χρησιμοποιούνται για την παραγωγή υποκειμένων και υβριδίων.

Οι Η.Π.Α. κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται 2,2 εκατ. Δένδρα, ενώ η παραγωγή σε ψίχα ανέρχεται σε 20.000 τόνους. Μετά το 2000 η παραγωγή μειώθηκε σε 15.000 τόνους.

Ποικιλίες

Οι περισσότερες ποικιλίες προέρχονται από την Καλιφόρνια. Τα επιθυμητά χαρακτηριστικά των δένδρων αφορούν την πλαγιοκαρπία, το μέγεθος και την παραγωγικότητα του δένδρου, στην ποιότητα του καρπού και στις κλιματικές απαιτήσεις.

Ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί επαρκής επικονίαση, με σκοπό την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής παραγωγής, είναι να εξασφαλιστεί σταυρογονιμοποίηση, με τη φύτευση δύο ή περισσοτέρων ποικιλιών.

1)Franquette

Ο καρπός της έχει μεγάλο μέγεθος και σχήμα ωοειδές. Θεωρείται ποικιλίας εκλεκτής ποιότητας, με ποσοστό ψίχας περίπου 46%. Ωριμάζει το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.

Δένδρο ζωηρό, με ορθόκλαδη βλάστηση και πολύ παραγωγή. Συνίσταται για ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Ως προς την καρποφορία χαρακτηρίζεται ως ακρόκαρπη (μικτοί οφθαλμοί μόνο επάκρια στους βλαστούς). Κατάγεται από τη Γαλλία.

 

2)Chandler

Ποικιλία προερχόμενη από την Καλιφόρνια. Πολύ παραγωγική με ποσοστό γόνιμων ανθέων, από πλάγιους μικτούς οφθαλμούς, 80%. Μεσοπρώιμη με ποσοστό ψίχας περίπου 52%.

 

Κλίμα και Έδαφος

Η καρυδιά είναι ευαίσθητη τόσο στις χαμηλές όσο και στις υψηλές θερμοκρασίες. Οι υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες (38-43°C) προκαλούν εγκαύματα στο περικάρπιο των καρπών και συρρίκνωση στα σπέρματα (ψίχα).

Το χειμώνα, όταν τα δένδρα βρίσκονται σε λήθαργο, μπορεί να ανεχθούν θερμοκρασίες -9 εώς -11◦ C. Το ποσοστό χειμερινού ψύχους που χρειάζεται ένα δένδρο καρυδιάς γ ια να διακόψει τη ληθαργική του περίοδο (εαρινοποίηση), κυμαίνεται από 700 έως 1500 ώρες ψύχους 7°C ή κάτω από 7°C

Αν δεν ικανοποιηθούν οι ανάγκες σε ψύχος, παρατηρείται καθυστέρηση στην έκπτυξη των οθφαλμών, χαμηλή παραγωγή και ξηράνσεις κλάδων. Οι βροχές αργά την άνοιξη, μετά την έκπτυξη των φύλλων, ευνοούν την εξάπλωση του βακτηρίου Xanthomonas juglandis, που προκαλεί σοβαρές ζημιές στα δένδρα. Ενώ αργότερα το καλοκαίρι, όταν μεγαλώσουν λίγο τα καρύδια, αυξάνουν περισσότερο την προσβολή.

Η καρυδιά ευδοκιμεί σε εδάφη όπου το ριζικό της σύστημα αναπτύσσεται ελεύθερα σε βάθος 3-3,5 μέτρων.

Κατάλληλο έδαφος είναι το βαθύ, με αμμοπηλώδη σύσταση, καλά αποστραγγιζόμενο, αρδευόμενο και πλούσιο σε οργανική ουσία. Ανέχεται μεγάλο εύρος pH (5-8). Ευαίσθητη σε υψηλές συγκεντρώσεις Na, Cl, B . οι ρίζες της καρυδιάς καλύπτουν έκταση 5-6 φορές μεγαλύτερη από την κόμη .

Αποστάσεις φύτευσης

Καθορίζεται από τη γονιμότητα του εδάφους, το υποκείμενο και την ποικιλία και κυμαίνεται από 6×6 έως και 11×11 μέτρα.

Πότισμα

Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας έχει ανάγκες σε νερό από Ιούνιο έως Οκτώβριο. Αναγκαία η ύπαρξη επαρκούς νερού έως 3μ.

Η πιο γρήγορη ανάπτυξη των καρυδιών γίνεται στις πρώτες 5-6 εβδομάδες μετά την καρπόδεση. Η έλλειψη νερού αυτή την περίοδο, θα προκαλέσει μεγάλο ποσοστό μικρών καρπών. Το πότισμα κατά τα μέσα του καλοκαιριού ή αργότερα, δεν αυξάνει το μέγεθος των καρυδιών, μετά τη σκλήρυνση του ενδοκαρπίου. Η παρατεταμένη έλλειψη νερού προκαλεί συρρίκνωση και μαύρισμα της ψίχας. Δεν πρέπει να βρέχεται ο κορμός κατά την άρδευση, γιατί υπάρχει κίνδυνος προσβολής απόPhytophthora

Επικρατέστερα σύστηματα μόρφωσης των δένδρων, το κυπελλοειδές και το τύπου πυραμίδας.

Το κλάδεμα καρποφορίας διενεργείται κατά τη χειμερινή περίοδο στις μη παγετόπληκτες περιοχές και μετά τη διέλευση των παγετών στις παγετόπληκτες.

Η συγκομιδή γίνεται από μέσα Σεπτεμβρίου μέχρι Νοέμβριο.